Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Η γέννηση της jazz funk ;

Αφορμή γι αυτή την ανάρτηση υπήρξε μια διαδικτυακή συνομιλία στο πάντα φιλόξενο και θερμό chat room του poplie (step in!), όπου τέθηκε το ζήτημα της αμεσότητας της jazz και της προσβασιμότητάς της σήμερα σε ευρύτερα ακροατήρια.
Η απάντηση για μένα είναι το έργο των παραγωγών, ενορχηστρωτών και τραγουδοποιών Larry και Fonce Mizell, υπεύθυνων για μια σειρά ηχογραφήσεων από το 1973 μέχρι το 1978, σπερματικών για το μπόλιασμα της jazz με τις άλλες πλευρές της δημοφιλούς αφροαμερικάνικης μουσικής όπως διαμορφώθηκαν μετά τη δεκαετία του πενήντα : τη funk και τη soul. Επιλέγω να επικεντρωθώ στο Street Lady του τρομπετίστα Donald Byrd του 1973, ένα από τα χαρακτηριστικότερα και πληρέστερα έργα τους.
 Το ρηξικέλευθο In A Silent Way του Miles Davis, ηχογραφημένο το Φεβρουάριο του 1969, αποτέλεσε το πρώτο jazz δίσκο που βασίστηκε στην υφή του ηλεκτρικού ήχου (ηλεκτρικά όργανα είχαν χρησιμοποιηθεί από τον Davis για πρώτη φορά στο Miles In the Sky το 1968), κυρίως στο ηλεκτρικό πιάνο. Ένας από τους πιο άμεσους αντίκτυπους αυτών των καινοτομιών υπήρξε το Fancy Free του Donald Byrd, ηχογραφημένο τρεις μήνες μετά, με τον Duke Pearson να παίζει το προαναφερθέν όργανο. Για τα επόμενα τρία χρόνια ο Byrd ακολουθεί τους βηματισμούς του Miles, βλέπε A Bitches Brew και με το Ethiopian Knights του 1971, ταξιδεύει στο LA για να επιστρατεύσει μουσικούς της δυτικής ακτής (Harold Land, Bobby Hutcherson,Joe Sample, Wilton Felder) σε ένα jam πιο κοντά στη funk και την r&b.
 Aυτή η ηχογράφηση ήταν η αφορμή για επανασύνδεση του Byrd μ'ένα μαθητή του από το πανεπιστήμιο Howard, τον Fonce Mizell που είχε εγκατασταθεί στο Λος Άντζελες από το 1969, όπου δούλευε ως τραγουδοποιός στη Motown μετά την μεταφορά της θρυλικής εταιρείας από το Ντητρόιτ στη δυτική ακτή. Ο Fonce ήταν μέλος της ομάδας παραγωγής the Corporation, υπεύθυνης για τεράστιες επιτυχίες όπως τα Ι Want You Back και ABC των Jackson 5 και το Bless You των Martha and the Vandellas. Νιώθοντας εκτοπισμένος από την Motown που δεν προωθούσε τις δημιουργικές του βλέψεις, ο Fonce ίδρυσε την Skyhigh Productions με τον αδελφό του Larry - που άφησε τη δουλειά του ως μηχανικός στην εταιρεία Grumman, κατασκευαστών της σεληνακάτου στην αποστολή Apollo 11 - και άρχισαν να ηχογραφούν demo. H επαφή με τον Donald Byrd οδήγησε στην ηχογράφηση του Black Byrd τον Απρίλιο του 1972 που κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά, σημείωσε μεγάλες πωλήσεις και παραμένει το πιο πετυχημένο εμπορικά νούμερο στον κατάλογο της Blue Note.
Ο Βyrd παρείχε στους Mizells δημιουργική ελευθερία. Η εμπορική επιτυχία οδήγησε σε νέους δίσκους Street Lady (1973), Stepping Into Tomorrow (1974), Places and Spaces (1975), Caricatures (1976) όπου οι βασικές συνθέσεις, η ενορχήστρωση, η παραγωγή τους ανήκουν, ενώ συνεισφέρουν και στο εκτελεστικό κομμάτι: κυρίως synthesizers,τα πρωτοποριακά για την εποχή ARP, τρομπέτα από τον Fonce. Ως τελειομανείς, οι Mizells επιστρατεύουν  την αφρόκρεμα των session μουσικών της δυτικής ακτής, με εξαίρεση το Black Byrd, όπου συμμετείχαν και κάποιοι μαθητές του Byrd από το Howard, η live μπάντα του δίσκου και εξελίχθηκαν στους Blackbyrds (αλλά αυτοί είναι μια άλλη ιστορία!). Ο ήχος είναι μια κατάληξη των πρόσφατων αναζητήσεων του Byrd, αλλά και ταυτόχρονα μια σαφέστερη προσέγγιση της funk. Βέβαια οι συνθέσεις παραμένουν περίπλοκες, δίχως αναγνωρίσιμα ρεφραίν και κουπλέ και ο αυτοσχεδιασμός καταλαμβάνει αρκετό χώρο. Το πυρηνικό groove όμως αποτελεί τη βάση κάθε κομματιού και τα όργανα δομούνται εν είδει layers, στρωμάτων γύρω από αυτό. Στο Caricatures βέβαια ο ήχος έχει "μαζευτεί" πλέον αρκετά και ξεχωρίζει από τη funk της εποχής μόνο από την εκζήτηση των ενορχηστρώσεων και την ποιότητα των παιξιμάτων. Ένα σημαντικό γνώρισμα του ήχου των Mizell είναι μια αίσθηση uplifting, ανεβαστική, όχι μόνο και όχι πάντα χορευτικής έννοιας, ακόμα δηλαδή και σε μπαλάντες ή και σε σκοτεινότερα κομμάτια, εναλλασσόμενη με μελαγχολικούς τόνους. Θα εντόπιζε κανείς αυτή την αίσθηση στις ξεκάθαρες soul καταβολές τους. Tα στοιχεία που προδίδουν την εποχή, όπως κάποια synths και η έντονη χρήση του φλάουτου, τελικά λειτουργούν προς όφελος του συνόλου.
Ακολούθησαν και άλλες συνεργασίες με jazz μουσικούς, όπως η φλαουτίστα Bobbi Humphrey (Blacks and Blues, Fancy Dancer, Satin Doll), o τεράστιος σαξοφωνίστας Gary Bartz (Music Is My Sanctuary, The Shadow Do!, Singerella), o oργανίστας Johnny "Hammond" Smith (Life of a Gambler, Gears) και εν συνεχεία  συγκροτήματα της funk και της soul (LTD, Rance Allen Group, Taste of Honey).
Η επιρροή των Mizells υπήρξε σημαντική τόσο στην εποχή τους, αφού γέννησαν αυτό που λέμε σήμερα jazz funk και fusion όσο και για τα επόμενα χρόνια με τη μουσική τους να αποδεικνύεται χρυσωρυχείο για τους hip hop samplers - χαρακτηριστική της αναγνώρισης είναι η συμμετοχή του Donald Byrd στο Loungin' από το πρώτο Jazzmatazz (το καλό!).

Το Street Lady λοιπόν του 1973 είναι ένας concept δίσκος όπου κάθε κομμάτι σκιαγραφεί και ονοματίζεται από μια γυναικεία μορφή: η αδελφή, η πόρνη, η ιέρεια, η μάγισσα, η κυρία Kane, η γυναίκα του κόσμου. Ο ήχος των Mizell έχει αρχίσει να δένει με το παίξιμο του Donald Byrd που τα σόλο του σκοτώνουν (ενδεικτικά, το μπάσιμο στο Street Lady).To εναρκτήριο Lansana's Priestess με την παλινδρομική του εναλλαγή ανάμεσα σε επιμέρους ρυθμικούς διαλόγους και  κυκλωτικές φράσεις των πνευστών, με το bluesy πιάνο του Jerry Peters κάποτε στο βάθος και άλλοτε πιο μπροστά να τα δίνει, αποτελεί επίτευγμα ενορχηστρωτικής σύνθεσης και ιδανική ηχητική αναπαράσταση ανάτασης της ψυχής. Το Μiss Kane είναι χαρακτηριστικό του μελαγχολικού τόνου που αναφέραμε βασισμένο σε μια κολληματική φράση των synths, όσο και της uplifting αίσθησης στην έξοδο του. Το Street Lady, με διακριτική την παρουσία των keys και τονισμένη αυτή του πιάνου έχει ένα old school άρωμα, σαν μια εξηλεκτρισμένη ανανέωση του groovάτου hard bop για τη δεκαετία του '70. Το Sister Love ξεκινά ατμοσφαιρικά και χτίζει το μεθυστικό του ρυθμό πάνω σε μια επαναλαμβανόμενη φράση του φλάουτου για να σβήσει με αλληλεπικαλυπτόμενα solo πάνω από μια θάλασσα από wahs. Το Witch Hunt πιο σκοτεινό, θυμίζει soundtrack από ταινία blaxplotation ενώ ο δίσκος κλείνει με το Woman of the World, όπου πέφτουν οι τόνοι εκτός από τον ρυθμό σε ένα γλυκό soul τελείωμα.

 Αυτός ο δίσκος είναι ένα κλάσμα μόνο από το έργο των Mizell brothers και απλώς μια από τις προσωπικές μου προτιμήσεις. Όποιος προχωρήσει παραπέρα θα αποζημιωθεί σίγουρα και δεν μπορώ εύκολα να ξεχωρίσω κάτι. Οι δίσκοι με Humphrey, Bartz, Smith και φυσικά οι υπόλοιποι με τον Donald Byrd έχουν όλοι κομματάρες και προτείνονται. Για να μην αδικήσω τα αριστουργήματα και με λίγο απαραίτητο αντικειμενισμό, το Blacks and Blues, τo Fancy Dancer, το Μusic is my Sanctuary και το Places and Spaces ξεχωρίζουν.
Για περισσότερο info ένα πλήρες, ευσύνοπτο fan site, και επίσης η σελίδα τους από το Red Bull Academy, όπου ήταν τιμώμενοι το 2006, που έχει πέρα από ένα ωριαίο show με χαρακτηριστικά κομμάτια και σχόλια από τους ίδιους, ένα δίωρο (!) βίντεο πάλι με τους Mizells να δίνουν μια πλήρη αναδρομή της καριέρας τους.

We're in the sky, we're grooving high brothers and sisters!







2 σχόλια:

  1. πολύ ωραίο κείμενο, επιτέλους το πήρες απόφαση :)

    να σημειώσω εδώ πως στα 60's άνθισε και η soul-jazz η οποία δεν μπορώ παρά να υποθέσω πως έπαιξε τον ρόλο της για τον groove-based αυτοσχεδιασμό (να το θέσω έτσι). έχουμε κάποια ένδειξη για το αντίθετο;

    παρεμπιπτόντως, την ίδια περίπου εποχή (τέλη 60s, αρχές 70s) έβγαλε και ο Herbie μερικούς φανταστικούς (και πρωτοποριακούς) δίσκους του ιδιώματος. πχ το Fat Albert Rotunda του '69 ή ακόμα και το Mwandishi του '70.

    και φυσικά οι δύο δισκάρες-ορόσημο του '73: το headhunters του herbie και το spectrum του billy cobham!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Λοιπόν το σχόλιο σου μου δίνει την ευκαιρία να εξηγήσω κανά δυό σημεία, αλλιώς θα μακρυγορούσα με τεχνικούς όρους και υπερπληροφόρηση.
    Οπότε: εννοείται ότι η soul jazz έπαιξε το ρόλο της. Χαρακτηριστικά πολλοί οργανίστες -Jimmy McGriff, Jack McDuff ή Richard Groove Holmes,ακόμα και σε κάποια φάση o Jimmy Smith - κατά τη δεκαετία του 70 ακολούθησαν το στυλ των Mizell ή και παίξαν σε ακόμα πιο straight funk. Οπότε φαίνεται η στενή σχέση αυτών των δύο κατευθύνσεων!
    Απλά για μένα η γενεαλογία των Mizells είναι κυρίως ηλεκτρικό fusion - τύπου Miles και κυρίως soul, από την pop πλευρά της. Δεν αξίωσα κανά συμπέρασμα για κάθε είδους groove-based αυτοσχεδιασμό, εννοείται ότι δεν το μονοπωλούν οι Mizells. Αλλά είμαι σχεδόν σίγουρα ότι γέννησαν την soulful πλευρά της fusion του 70.
    Δεν ανέφερα τον Herbie, διότι τόσο το Fat Albert όσο και το Mwandishi ακολουθούν χρονικά το Fancy Free του Byrd, όσο και γιατί συμμετείχε στους δίσκους του Miles βιώνοντας από πρώτο χέρι τις καινοτομίες αυτές...
    Επίσης το Headhunters ηχογραφείται ένα περίπου χρόνο μετά από το Black Byrd, οπότε δε θα μπορούσε να επηρεάσει τον Byrd.
    Οι αναφορές έπρεπε τελικά να περιοριστούν στο πώς γεννήθηκαν οι ήχοι του τρομπετίστα...
    Εννοείται βέβαια ότι ο Herbie στιγματίζει την εποχή και ότι το Headhunters πρέπει να είναι από τους εμπορικότερους ever, jazz δίσκους!

    ΑπάντησηΔιαγραφή